|
Χρήστος Νικολόπουλος - «Των Αγγέλων τα μπουζούκια …επί γης!» Γράφει η Καίτη Μακρή
Ακόμη κι αν είστε νεαροί αναγνώστες του περιοδικού μας – αφού δεν υπάρχει Έλληνας σε ώριμη ηλικία που να μη γνωρίζει τον Χρήστο Νικολόπουλο - απλά κάνετε μια απλή ηλεκτρονική αναζήτηση στην αγαπημένη Βικιπαίδεια. θα εντυπωσιαστείτε από τα μακροσκελή αφιερώματα στη δουλειά του (γευτείτε επίσης μουσική και εικόνες στο http://www.cnikolopoulos.gr/). Οι συμμετοχές του Χρήστου Νικολόπουλου ως μουσικός-δεξιοτέχνης στο μπουζούκι, λέγεται ότι ξεπερνούν κάθε άλλον μουσικοσυνθέτη στη χώρα. Διεκδικεί το ρεκόρ έως σήμερα έχοντας στο ενεργητικό του πολύ περισσότερα από 20.000 τραγούδια (playbacks/recordings) σε πάρα πολλούς δίσκους, συλλογές κλπ Τα τραγούδια που έχει γράψει ο ίδιος, επίσης, υπερβαίνουν τα 1800. Όλα, όμως, αυτά τα εντυπωσιακά νούμερα χάνουν τη λάμψη τους στη διάρκεια μιας απλής συναναστροφής με τον άνθρωπο και καλλιτέχνη Χρήστο Νικολόπουλο. Βλέπετε, εδώ συνειδητοποιεί κανείς ότι η πραγματική και αειφόρος λάμψη προέρχεται πρώτα από κείνον. Με σεμνή και ολιγόλογη φιλική παρουσία και με ψυχική μεγαλοσύνη καθιστά κατανοητό πως πρώτα απ’ όλα μιλά με τραγούδια του! «Των Αγγέλων τα μπουζούκια» ηχούν χάρη σε κείνον τόσα χρόνια εδώ στη γη… Σας παρουσιάζουμε το Χρήστο Νικολόπουλο σε μια συνέντευξη που παραχώρησε στο icona, στη διάρκεια της πρόσφατης επίσκεψής του στην Αλεξανδρούπολη για τη συναυλία του καλοκαιρινού opening του «Heaven».
Κύριε Νικολόπουλε για ποια καινούργια δουλειά σας θα μας μιλήσετε; Έκανα μια νέα δισκογραφική δουλειά με τον Μανώλη Λιδάκη που λέγεται «Όλα δικά μας κι όλα ξένα», την οποία ονειρευόμουν να κάνω τα τελευταία χρόνια ύστερα από κείνη τη συνεργασία μας όπου είχε μεταξύ άλλων γίνει η επιτυχία «Ξημέρωμα 1ης Ιανουαρίου 2000». Στο καινούργιο αυτό cd θα βρείτε το «Έτσι σ’ αγάπησα», το «Φοβάμαι» και ακόμη το «Άνθρωποι και πράματα» με τον ευαίσθητο στίχο του Λευτέρη Χαψιάδη με τον οποίο έχουμε κάνει πολλές επιτυχίες, το «Να γυρνούσα στο μηδέν» σε στίχους Δημήτρη Τσάφα, καθώς και το «Χτύπημα» σε στίχους Βαγγέλη Ατραΐδη και Γιάννη Βασιλόπουλου. Το τραγούδι του τίτλου του νέου δίσκου μας «Όλα δικά μας κι όλα ξένα» είναι σε στίχους Βίκυς Γεροθόδωρου όπου συμμετέχει και ο Πασχάλης Τερζής. Η δουλειά είναι προτεινόμενη σε όσους αναπολούν το παλιό καλό λαϊκό τραγούδι.
Σας αρέσει να συναντάτε καινούργιους ανθρώπους, σε προσωπικό επίπεδο ή σε επίπεδο τέχνης; Σε προσωπικό επίπεδο, δεν μου αρέσει να γνωρίζω εύκολα καινούργιους και να κάνω και παρέα μάλιστα, εκτός κι αν κάποιος μού έχει συστήσει ένα νέο φίλο. Εγώ ψαρεύω κιόλας και, ίσως, εκεί υπάρχει ένα ανοιχτό πεδίο νέων γνωριμιών, αλλιώς είμαι, από χαρακτήρος, πολύ συγκρατημένος. Δεν ανοίγομαι εύκολα. Από καλλιτεχνικής απόψεως, βέβαια, δεν ισχύει αυτό γιατί βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέρον να ακούσω μια εκπληκτική νέα φωνή για παράδειγμα, μόνο που σ’ αυτήν την εποχή δύσκολα βρίσκεις εκπληκτικές φωνές, αλλά κι αν τη βρεις, με την παρακμή που βιώνει το τραγούδι, μάλλον θα πάει χαμένη.
Τι νομίζετε ότι καταστρέφει την ποιότητα της ζωής μας; Η φθορά της καθημερινότητας, ο τρόπος που η εξουσία και το κράτος μας έχει παγιδεύσει με αποτέλεσμα να βλέπεις τριγύρω ανθρώπους που δε γελάνε πιά, υπουργούς-εξουσιαστές με το ύφος του δικτατορίσκου και προ πάντων τώρα με τις οικονομικές δυσκολίες βλέπεις ένταση και «πολεμικές διαθέσεις» στις συναναστροφές, στο δρόμο, παντού. Έχω δει συχνά ακόμη και το εξής αδιανόητο: αγενής άνδρας οδηγός να βρίζει ασύστολα γυναίκες.
Πως φαντάζεστε τον χώρο όπου ανθίζει και εμπνέεται η ψυχή του καλλιτέχνη; Ένας καλλιτέχνης που δημιουργεί έχει ανάγκη να ζει σε περιβάλλον όπου υπάρχει κατανόηση, ηρεμία κι αυτό το παρέχει πρωτίστως, ο σύντροφός μας στη ζωή, το άμεσο οικογενειακό περιβάλλον. Σε μένα, πάντως, αυτή η ανάγκη είναι επείγουσα. Υπήρξαν στιγμές, στα τόσα χρόνια που δουλεύετε, όπου νιώσατε πως κινδυνεύσατε να «χάσετε την ψυχή σας»; Όχι να την «χάσω». Υπήρξαν, όμως, φορές που κομματιάστηκε η ψυχή μου και έπρεπε να προσπαθήσω να την ξαναμαζέψω κομμάτι-κομμάτι. Ομολογώ πως διαθέτω πολύ ισχυρό χαρακτήρα και ικανότητα να αντιμετωπίζω ψύχραιμα ό,τι μού συμβαίνει ώστε οι δυσκολίες να γίνουν αφορμή για μια νέα επαναδιευθετημένη τάξη των πραγμάτων και των σχέσεων που με αφορούν.
Δεν εννοείτε μόνο την δικαστική υπόθεση με τον Στέλιο Καζαντζίδη. Και αυτήν και άλλες. Στον κόσμο μας υπάρχουν πάντα «πυροβολισμοί».
Πιο εύκολα λέτε στη ζωή σας το «ναι» ή το «όχι»; Δυστυχώς, λέω το «ναι» πιο εύκολα. Δεν είναι λίγες οι φορές που μου ζητήθηκε από συναδέλφους καλλιτέχνες βοήθεια του στυλ: «Χρήστο έχεις την εμπειρία, σε παρακαλώ βοήθησέ με να κάνω ένα δίσκο» και να το κάνω αψηφώντας τις δυσκολίες που υπάρχουν και το χρόνο που απαιτείται από μένα και βέβαια στο τέλος δεν ακούω ούτε ευχαριστώ. Μου έχει συμβεί ξανά και ξανά.
Ξεκινήσατε με το μπουζούκι σε ηλικία 12 ετών. Πως βλέπατε τότε τους μεγάλους καλλιτέχνες; Είναι αλήθεια ότι βγήκα στον κόσμο της μουσικής από πολύ μικρός και τότε ήμουν και ανώριμος, φυσικά. Έμενα έκθαμβος ακόμη και με ένα απλό συγκρότημα που ερχόταν στο χωριό μου. Όλοι οι φτασμένοι καλλιτέχνες αποτελούσαν για μένα άπιαστο όνειρο.
Κι όταν έφτασε η εποχή που οι καλλιτέχνες αυτοί τραγούδησαν συνθέσεις σας; Όταν ξεκίνησα ως απλός μουσικός ζητούσα και πολύ πιο απλά πράγματα απ’ όσα τελικά είχα την τύχη να μου προσφέρει ο Θεός. Δούλεψα, όμως, ασταμάτητα αλλά με ζήτηση και προσφορά. Μου ζητούσαν συνεργασία, έκανα επιτυχίες και μου ξαναζητούσαν. Τόσο απλά λειτουργεί. Γιατί να ξέρετε ότι οι τραγουδιστές είναι οι μεγαλύτεροι κυνηγοί των «σουξέ». Αν δεν τους δώσεις επιτυχίες δεν ασχολούνται μαζί σου.
Πόσα χρόνια πέρασαν μέχρι να νιώσετε πως είστε πολύ κοντά σ’ αυτό γνωρίζει και θαυμάζει ο κόσμος σήμερα στο καλλιτεχνικό σας πρόσωπο; Συνέβη πολύ γρήγορα ίσως γιατί όλοι έλεγαν πως είμαι «ταλέντο». Πήγα στη σχολή και μέσα σε 5 μήνες διάβαζα κι έπαιζα prima vista, έκανα πολλά πράγματα με το μπουζούκι. Σε 3-4 χρόνια έγινα πρώτος εκτελεστής. Ένιωσα από νωρίς τη μουσική μου ολοκλήρωση και αυτοπεποίθηση αλλά, βέβαια, η μουσική δεν τελειώνει ποτέ. Πάντα βρίσκομαι στο ταξίδι της ατελείωτης μελέτης και της τελειοποίησης τόσο του τρόπου που παίζω όσο και του τρόπου που φτιάχνω τα τραγούδια μου.
Επιτρέψτε μου να σας ζητήσω να μας πείτε ποιους τραγουδιστές θεωρείτε ενδιαφέροντες και ξεχωριστούς. Είχα την τύχη να συνεργαστώ με ιστορικούς τραγουδιστές, αφού υπήρξα από τους πρώτους μουσικούς όπου έγραφα σε studio –αργότερα έκανα και δική μου εταιρία. Έχω συνοδεύσει μουσικά πολλούς μεγάλους καλλιτέχνες, όπως τους Καζαντζίδη, Μαρινέλα, Λίτσα Διαμάντη, Αλεξίου, Νταλάρα, Μπιθικώτση κ.α.
Δεν εμφανίζονται πια τέτοιες μεγάλες φωνές, έτσι; Αλλά κι εάν εμφανιστούν χάνονται στον κόσμο του εύκολου εμπορικού τραγουδιού που επικρατεί και δεν συνάδει με την ποιότητα. Εκεί βρίσκεται το πρόβλημα. Και φωνές υπάρχουν και χρυσά τραγούδια γεννιούνται, αλλά επικρατεί το εύκολο και μουσικά απαράδεκτο. Υπάρχει και μια μεγάλη αντίθεση στο χώρο και αυτό είναι το σφάλμα των στιχουργών και των συνθετών του καιρού μας. Η αλήθεια είναι απλή και πρέπει, κατά την άποψή μου, να εκφράζεται καλλιτεχνικά με απλό, ευαίσθητο και άμεσο τρόπο. Σήμερα ή θα ακούς τραγούδια υπερβολικής και ακαταλαβίστικης κουλτούρας στο στίχο ή θα ακούς χυδαία και απλοϊκά τραγούδια όπου εκεί, βέβαια, πέφτουν τα φώτα της εύκολης δημοσιότητας. Έτσι άρχισε η παρακμή. Και για λόγους εμπορικούς, πλέον, το καλό τραγούδι παίζεται κατά 10% και το χυδαίο κατά 90%.
Εν αρχή ήν ο λόγος ή η μουσική; Ο φίλος μου Λευτέρης Παπαδόπουλος λέει «εν αρχή ήν ο λόγος». Εγώ δεν συμφωνώ και το τεκμηριώνω. Πολλές φορές η μουσική εισαγωγή ενός τραγουδιού είναι ολόκληρο το τραγούδι. Τραγούδια γίνονται μεγάλες επιτυχίες από τη μουσική τους. Από τη μουσική τους τα θυμάται ο κόσμος. Σας παραπέμπω στη μουσική από τις «Νταλίκες» ή το «Με το στόμα γεμάτο φιλιά». Έχετε δίκιο. Η δύναμη πολλών τραγουδιών είναι η μουσική τους. Επειδή, μάλλον, πιστεύετε στη δύναμη της μουσικής κατέχετε τη συνταγή για υπέροχα τραγούδια. Πολλές φορές, ξέρετε, όταν έχω έναν πολύ καλό στίχο λειτουργώ «ανταγωνιστικά». Προσπαθώ ξανά και ξανά, ώστε να τον υπερβώ σε δύναμη. Είναι το αγαπημένο μου παιχνίδι πρόκλησης και στοιχήματος με τον εαυτό μου όπου κερδισμένο βγαίνει, βέβαια, το καλό τραγούδι.
Κύριε Νικολόπουλε, ζείτε εκ των έσω τα πράγματα. Θεωρείτε πως υπάρχει ελπίδα για το καλό ελληνικό τραγούδι σήμερα; Δυστυχώς, νιώθω απογοητευμένος. «Μόνο αν βοηθήσει ο Θεός» θα αλλάξουν τα πράγματα. Υπάρχει η λογική του όποιος πληρώνει προβάλλεται. Από τότε που έγινε γεγονός η ελεύθερη ραδιοφωνία δεν περνά τίποτα πια από φίλτρα αισθητικής, υπάρχουν κατευθυνόμενοι παραγωγοί και επικρατεί η λογική της «παρέας» που δημιουργεί ένα μοντέρνο play list που μακράν απέχει από την ποιότητα, αφού δεν υπάρχει κριτήριο υψηλών προδιαγραφών.
Είστε πρότυπο για πολλούς μουσικούς που θα ήταν πρόθυμοι να ακούσουν ως νόμο κάποιες συμβουλές σας. Θα θέλατε να τους πείτε τι να προσέξουν, τι να αποφύγουν, τι να αναζητήσουν, που να μην κάνουν εκπτώσεις; Να μελετούν. Ατέλειωτες ώρες μελέτης και υψηλά πρότυπα σε φέρνουν σε ικανοποιητικό επίπεδο. Εγώ, για παράδειγμα, είχα ως πρότυπο τον Μανώλη Χιώτη με τον οποίο είχα την ευτυχή συγκυρία να συνεργαστώ για μια ολόκληρη ααιζόν. Αυτός ο άνθρωπος «απογείωσε» το μπουζούκι στα ουράνια.
Πώς ήταν ως άνθρωπος ο Μανώλης Χιώτης; Υπέροχος. Καταπληκτικός μάγκας. Άψογος και κιμπάρης στις εξηγήσεις του. Ο πατέρας μου διαμαρτυρόταν όταν τον πίεζα να με στείλει να μάθω μπουζούκι, λέγοντας: « μα τι στο καλό, αλήτη θα σε κάνω;» Ο Μανώλης Χιώτης, όμως, ήταν αυτός που άλλαξε τα δεδομένα τότε, κάνοντας τη διαφορά στο μουσικό ύφος, προσδίδοντας στο μπουζούκι την αληθινή και μεγάλη υπόσταση που έχει. Χρειάζεται στους νέους μουσικούς, λοιπόν, η επίπονη μελέτη και ο στόχος. Αυτό, βεβαίως, σημαίνει ευχαρίστηση και ολοκληρωτική αφοσίωση σε ό, τι λατρεύεις και όχι αγγαρεία.
Με την Ελένη Βιτάλη συνεργαστήκατε; Βέβαια, όχι σε πολλές δουλειές αλλά ναι. Είναι μεγάλη ερμηνεύτρια.
Ποια είναι η γνώμη σας για τον Βασίλη Τσιτσάνη; Είναι εκπληκτικός. Μεγάλη μουσική φυσιογνωμία. Υπήρξε και πολύ καλός άνθρωπος. Ο Βασίλης Τσιτσάνης επέβαλε όλη τη δομή του καλού ελληνικού λαϊκού τραγουδιού, το οποίο ξεκίνησε από τα σμυρναίικα, τα παραδοσιακά αι έφτασε μετά στα ρεμπέτικα.
Και μετά εσείς! Που παραδώσατε στον κόσμο «μουσικά διαμάντια». Τραγουδάτε κιόλας, κύριε Νικολόπουλε, είστε πολύ ευαίσθητος ερμηνευτής. Ευχαριστώ, ναι, μου αρέσει κάπου-κάπου να τραγουδώ. Όταν πρωτοξεκίνησα με τον Καζαντζίδη ήμουν ένας εκ των μουσικών και τραγουδιστών του σχήματος αλλά μέσα μου δεν ένιωσα ποτέ τραγουδιστής. Απλά ήθελα να αποτυπωθεί και μ’ αυτόν τον τρόπο η ιστορία που με την καλλιτεχνική παρουσία μου έγραψα κι εγώ στο ελληνικό τραγούδι.
Μιλήστε μας για την θρυλική τετράδα της εποχής εκείνης Λευτέρης Παπαδόπουλος-Χρήστος Νικολόπουλος- Γιώργος Νταλάρας –Λευτέρης Χαψιάδης (ο δικός μας Λευτέρης). Παρακολουθούσα μαγεμένη όλο αυτό τότε. Κατ’ αρχήν η εποχή του ’80 υπήρξε η «χρυσή εποχή» του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού. Τότε όποιος είχε ταλέντο έβρισκε σίγουρα το δρόμο του. Ο Λευτεράκης τότε αναδείχθηκε εύκολα γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο. Το ταλέντο του ήταν άμεσα ορατό. Κάναμε πολλά τραγούδια, γράψαμε ιστορία αλλά τα πράγματα δεν είναι πια έτσι, όπως σας είπα και πριν.
Υπάρχουν τραγούδια που θα θέλατε να ξεχωρίσετε ανάμεσα σ’ αυτά που έχετε γράψει; «Δεν ανήκω πουθενά» ένα καινούργιο που λέει τώρα ο Λιδάκης, «Των αγγέλων τα μπουζούκια», «Πάρε το δρόμο ξαναγύρισε» «Τα γράμματα στο πέλαγος» που δεν έχει ακουστεί και τόσο… πολλά.
Ε, βέβαια, αφού έχετε γράψει άπειρες επιτυχίες ποιο πρώτα να ξεχωρίσετε. Σε ταινία με τη ζωή σας ποια μουσική θα βάζατε; Το τραγούδι που γράψαμε με τον Λευτέρη Χαψιάδη. «Η ζωή μου τραγούδι-το τραγούδι ζωή». Το θεωρώ αυτοβιογραφικό. Υπάρχει κάποιο τραγούδι που «ζηλέψατε» και θα θέλατε να είχατε συνθέσει εσείς; Φυσικά, δεν είναι λίγα αυτά. Το τραγούδι «Μόνο μια φορά,» του Κραουνάκη για παράδειγμα, που θυμάμαι τώρα, το «Απόψε θέλω να πιώ», το «Είναι ν’ απορείς».
Στη Θράκη έρχεστε συχνά. Το απολαμβάνετε; Ναι, κάθε φορά, τόσο εγώ όσο και οι συνεργάτες μου. Υπάρχουν πολλοί και καλοί φίλοι εδώ κι αυτό δημιουργεί τις καλύτερες προϋποθέσεις για να επισκέπτεται κανείς έναν τόπο. Σας ευχαριστώ πολύ, κύριε Νικολόπουλε. Εγώ ευχαριστώ, κυρία Μακρή, εσάς και το περιοδικό icona. Συγχαρητήρια σε όλους σας.
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ Ο Χρήστος Νικολόπουλος (γεν. 11 Ιουλίου 1947 στο Νησελούδι (τέως Καψοχώρι) χωριό στην Αλεξάνδρεια (Ημαθίας) είναι δεξιοτέχνης του μπουζουκιού και συνθέτης. Το έργο του εστιάζεται στο λαϊκό τραγούδι έχοντας εμφανή στοιχεία και από την παραδοσιακή μουσική.
Παίζει επαγγελματικά από τα 12 του χρόνια. Από το 1968 που άρχισε να γράφει τα πρώτα του τραγούδια υπάρχουν πολλές μουσικές επιτυχίες. Ενδεικτικά: «Νυχτερίδες και αράχνες»(1968) , «Απόψε σ' έχω στην αγκαλιά μου» (1968) που ερμηνεύει ο Στέλιος Καζαντζίδης, σε στίχους Κ. Βίρβου, «Αγριολούλουδο» (1972), «Την Παρασκευή το Βράδυ» (1972) σε στίχους Πυθαγόρα με τον Στέλιο Καζαντζίδη, «Νύχτα στάσου» (1975), με την Λίτσα Διαμάντη, και επίσης το «Υπάρχω» (1975), με τον Στέλιο Καζαντζίδη (ρεκόρ πωλήσεων).
Ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια οι δίσκοι: «Το σταυροδρόμι» με τον Πάνο Γαβαλά, «Οι κυβερνήσεις πέφτουνε μα η αγάπη μένει» - Γιώργος Νταλάρας - Γλυκερία - Δ. Κοντογιάννης σε στίχους Μανώλη Ρασούλη. Μαζί με τον Ρασούλη έγραψαν επίσης άλλους 2 δίσκους, τα: «Παίξε Χρήστο επειγόντως» με την Ελένη Βιτάλη, με τραγούδια, όπως «Οι νταλίκες» με τον Γ. Σαρρή και την Χάρις Αλεξίου, «Όλοι δικοί μας ήμαστε» και με διάφορους άλλους καλλιτέχνες. Ακολουθεί «ο Σαλονικιός», ερμηνεία: Στράτος Διονυσίου, στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος (ρεκόρ πωλήσεων). Με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο συνεργάστηκαν επίσης και σε άλλους 5 - 6 δίσκους, όπως: «Αγάπη όλο ζήλια», ερμηνεία: Λεωνίδας Βελλής, με τραγούδια όπως: «Το βραδάκι», «Συλλαβιστά¬ - Ψιθυριστά» με το Λεωνίδα Βελλή, «Μη μιλάς μη γελάς κινδυνεύει η Ελλάς» (ρεκόρ πωλήσεων 1989: 250.000 δίσκους), «Η Νύχτα θέλει έρωτα» με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο και την Χάρις Αλεξίου, «Τραγούδια με τους φίλους μου», όλα σε στίχους του Εβρίτη Λευτέρη Χαψιάδη. Αξίζει να σημειωθεί, ότι πρώτη φορά, για εκείνη την εποχή, κατάφερε ένας συνθέτης να συγκεντρώσει 11 τραγουδιστές σε έναν δίσκο (Γιώργος Νταλάρας, Μανώλης Μητσιάς, Στράτος Διονυσίου, Ελένη Βιτάλη, Διονύσης Θεοδόσης, Δήμητρα Γαλάνη, Γιάννης Πάριος, Χάρις Αλεξίου, Μ. Βάσσου, Λίτσα Διαμάντη, Μανώλης Αγγελόπουλος) και ένα τραγούδι το τραγουδάει ο ίδιος (είναι η πρώτη φορά). Τέλος, οι χρυσοί και πλατινένιοι δίσκοι του Χρήστου Νικολόπουλου υπερβαίνουν τους 25.
|