| Γιάννης Ξανθούλης - Ο μαραγκός των λέξεων, η συνέντευξη. (Τεύχος 17) |
|
Η ασπρόμαυρη μαγεία της Αλεξανδρούπολης του ‘60 είναι αυτή που, προσωπικά, με σώζει ακόμη στην σχεδόν μισού αιώνα - λατρείας - ασφυξίας - σχέση μου μαζί της. Έτσι, όπως περιγράφετε τη γενέτειρά μας στις σελίδες του νέου σας βιβλίου “ Η Εκδίκηση της Σιλάνας”, κύριε Ξανθούλη, ζωντανέψατε πάλι αισθήσεις και μυρωδιές και με πλημμυρίσατε, έως και με την ασφαλή ψευδαίσθηση πως όλα είναι όπως παλιά κι ο πατέρας μου θα έμπαινε από στιγμή σε στιγμή Κυριακή πρωί στο σπίτι μας με ένα κουτί από τα αξεπέραστης γεύσης γλυκά πυραμίδες και κορμό ανώμαλο από το “Ζαχαροπλαστείον το Ελβετικόν”. Επιτρέψτε μου να σας ευχαριστήσω ολόψυχα, για τις περιοχές, όπου με την πένα σας μας “διακτινίζετε” και να σας καλωσορίσω γι’ άλλη μια φορά στις σελίδες του περιοδικού μας. Για τον κόσμο του icona εσείς, κύριε Ξανθούλη, θα είστε πάντα ο αγαπημένος και «επίτιμος δημότης». Κάπου μέσα στις σελίδες του καινούργιου σας βιβλίου, σε μιά εκ βαθέων εξομολόγησή σας στην υπέροχα επινοημένη κυρία Σιλάνα Σαλιάγκου, αναφέρετε πως νιώθετε περισσότερο ένας απλός “μαραγκός των λέξεων” παρά ποιητής. Όλα, λοιπόν, τα δημιουργήματά σας- αυτές οι αισθησιακές, μυστηριώδεις, «ξυλόγλυπτες» φιγούρες τόσων ετών που μοιάζουν τόσο ζωντανές στους αναγνώστες σας- πού κατοικούν; Είστε, βέβαια, πολυγραφότατος, αλλά δεν είναι δυνατόν η δυναμική τους να χώρεσε μόνο στα βιβλία σας. Πόσο χώρο καταλαμβάνουν, αλήθεια, μέσα σας και πόσο, ίσως, σας τυραννούν; Γ.Ξ. Ας τοποθετήσουμε χρονικά τα πράγματα. Ξεκίνησα με αφετηρία το θέατρο. Όλες σχεδόν οι αποσκευές μου, ακόμη κι όταν έκανα «μαχόμενη» δημοσιογραφία στην «Ελευθεροτυπία» και πριν το 1975 στην «Απογευματινή», ήταν θεατρικές. Άρα, οτιδήποτε με απασχολούσε συγγραφικά έβγαινε σε θεατρική μορφή είτε αυτό ήταν σάτιρα, καμπαρέ (δέκα χρόνια στη «Μέδουσα» με τον Γιώργο Μαρίνο) είτε πιο καθαρόαιμα θεατρικά είδη. Αρχικά ήρωές μου ήταν οι ηθοποιοί και ενδεικτικά μπορώ να αναφέρω τον Θύμιο Καρακατσάνη, που ήμουν φανατικός θαυμαστής του από τα χρόνια που έπαιζε στο «Θέατρο Τέχνης» του Κουν. Σε όλο αυτό το «δημοσιογραφικό» διάστημα, μάλλον χωρίς να το συνειδητοποιώ, ωρίμαζα μέσα μου τα κατοπινά πρόσωπα των βιβλίων μου. Έτσι μπορώ να πω πως οι επινοημένοι ήρωες των μυθιστορημάτων μου είναι ετεροθαλείς συγγενείς μου. Τους επιτρέπω να είναι συγγενείς μου αλλά με την απόσταση του ετεροθαλούς, έστω κι αν συμπίπτουμε σε πολύ ουσιαστικά θέματα. Όσο για την «τυραννία» τους, μάλλον αυτό καθορίζεται από μένα και την εξουσία που μου δίνει ο όρος «δημιουργός». Είναι η Σιλάνα Σαλιάγκου ο αόρατος, παρήγορος φίλος της άγουρης εφηβείας σας ή μια ολόκληρη περιοχή ανθρώπων και αναμνήσεων, μέσω της οποίας αποζητάτε από τον εαυτό σας “άφεση αμαρτιών” για όσα, ίσως, δεν τολμήσατε ή τολμήσατε; Γ.Ξ. Ένιωθα εντελώς «θύμα» -και ως ένα σημείο εξακολουθώ- κάποιων ευαίσθητων εποχών, για να ζητήσω «άφεση αμαρτιών». Ίσα –ίσα πιστεύω πως υπήρξα «γυμνός ανάμεσα σε λύκους». Η αγάπη των λύκων, ξέρετε, δεν ήταν ποτέ το ζητούμενό μου, κι όσο για την περίφημη «συγνώμη» αυτή αποτελεί ρητορικό εύρημα των παπάδων. Άρα …στην «Εκδίκηση της Σιλάνας» μιλώ γελαστικά για εξαιρετικά δραματικά γεγονότα. Είναι ένας τρόπος μέτριου εξορκισμού. Βίωσα με σκληρή ένταση την έννοια του «μαύρου πρόβατου» και διασώθηκα από δικής μου επινόησης θαύματα. Τελικά βλέπω πως σωστά τόλμησα ό,τι τόλμησα και σωστά δεν τόλμησα αυτό που ενδεχομένως θα έπρεπε να τολμήσω… Για έναν έφηβο με θολούς προσανατολισμούς αυτά όλα είναι ζόρικα… Καμιά φορά τα φορτώνω στους ήρωές μου …σαδιστικά. Ο «ξενιστής» που, όπως γράφετε, κατέλαβε και μετάλλαξε τον τρυφερό, θυμωμένο, έφηβο του βιβλίου σας κατά την περίοδο εκείνη, της ψυχικά περιπετειώδους τριετίας ‘59, ‘60, ’61 που αφηγείστε, άφησε αργότερα το παιδί μέσα σας κάπου-κάπου ν’ αναπνέει και να σιγοτραγουδά; Γ.Ξ. Ακόμη και σήμερα, στο τελευταίο τέταρτο της ζωής μου, είμαι αμετανόητος παρατηρητής εκείνης της εποχής. Νομίζω ότι σήμερα είμαι πολύ πιο αθώος από τότε. Το γοητευτικό στην υπόθεση είναι πως «τότε» περπατούσα σ’ ένα λιβάδι από ανθισμένα ξυράφια, και παρ’ όλ’ αυτά δεν ακρωτηριάσθηκα. Μόνον μάτωσα… Η αίσθηση εκείνου του παλιού κινδύνου είναι γεγονός πως με απασχολεί πάντα, σε επίπεδο συγγραφικό τουλάχιστον. Ειδικά τώρα, που οι αισθηματικές υπερβολές μου εξαφανίστηκαν. Έπαιξα μαζί σας στα τρυφερά υπόγεια του σπιτιού σας στο “Πεθαμένο λικέρ”, ένιωσα κάθε φορά τα αγωνιώδη πεταρίσματά σας διασχίζοντας τον απόκοσμο κήπο του σπιτιού που ο ήρωάς σας επισκεπτόταν στου “Φιδιού το Γάλα”, και αν στην Ιστανμπούλ του Ορχάν Παμούκ μέτρησα με πάθος χιλιάδες σκιές πλοίων που διέσχιζαν το Βόσπορο, σε σας εμπιστεύθηκα την ευαισθησία της “deja vu” νοσταλγίας μου για την Κωνσταντινούπολη, να τρέχει ξελιγωμένα ξοπίσω σας στα σοκάκια της, σαν καυτό σιρόπι να με καίει και να με γλυκαίνει μαζί. Για χάρη σας μόνη μου τραγούδησα αμανέδες. Είναι, άραγε, μόνον η συγγραφική σας μαστοριά αυτή που δημιουργεί φανατικό αναγνωστικό κοινό (δηλώνω επίσης fan) ή η γοητεία της αλήθειας μέσα από την αφοπλιστικά αυτοβιογραφική σας διάθεση; Γ.Ξ. Όπως όλοι όσοι «παίζουμε» τους συγγραφείς, έχουμε κάποιες εμμονές ή ας το πω με θεατρικούς κώδικες «μανιέρα». Φυσικά επιδιώκουμε ως ένα σημείο να την βελτιώσουμε ή να την ξεπεράσουμε. Παρ’ όλ’ αυτά ένα κοινό, κάποιοι αναγνώστες, αναγνωρίζουν και έλκονται από αυτές τις χαρακτηριστικές εμμονές για δικούς τους λόγους. Το καταλαβαίνω και ο ίδιος σαν βιβλιοφάγος αναγνώστης. Έχετε δηλώσει Αθηνολάτρης. Δια βίου τελικά; Και η μεγάλη σας αγάπη για την εγγύς Ανατολή, περιορίζεται στα ταξίδια σας; Θα θέλατε κάποτε να ξυπνάτε με καθημερινή θέα στον Βόσπορο; Γ.Ξ. Αγαπώ την Αθήνα. Την Αθήνα του ιστορικού κέντρου. Των θεάτρων, των πολυχρησιμοποιημένων δρόμων, των ιστορικών μνημείων, των παλιών βιβλιοπωλείων και των λόφων. Εδώ, ανάμεσά τους, έζησα περίπου σαρανταπέντε χρόνια. Με τις ομορφιές και τις ασχήμιες της. Ζω στο κέντρο, αγανακτώ, περπατώ, σκέφτομαι, ανανεώνω καμιά φορά τον παλιό μου έρωτα για την πόλη. Με ξέρει και την ξέρω. Μου ζητήθηκε από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο» να γράψω για την Αθήνα που κατέχω, κάτι αντίστοιχο με την «Κωνσταντινούπολη». Ίσως το κάνω. Όσο για τον Βόσπορο προτιμώ να τον ονειρεύομαι. Δεν θα μπορούσα να τον ζω κάθε μέρα. Προτιμώ να τον έχω σαν αφορμή επιστροφής, όπως και την Αλεξανδρούπολη και τον Έβρο… Σε παλαιότερη συνέντευξή σας έχετε πει πως είστε ένας άνθρωπος που δεν ενθουσιάζεται εύκολα και που είναι αυστηρός, τόσο με τον εαυτό του όσο και με τους άλλους. Με τα χρόνια οι άνθρωποι αλλάζουν; Εσείς; Γ.Ξ. Μεταθέτουμε τις αδυναμίες μας με πιο κομψή υποκρισία. Οι άνθρωποι δεν αλλάζουν. Τους προδίδει το βλέμμα. Ίσως γι’ αυτό βρισκόμαστε διαρκώς σε κατάσταση επαγρύπνησης. Δεν είμαι τόσο αυτοελεγχόμενος όσο ακούγομαι αλλά προτάσσω τη λογική με την πονηριά της εμπειρίας πλέον. Αυτό κάνουμε όλοι. Άλλοι πιο έξυπνα κι άλλοι πιο ηλιθίως. Πριν λίγο καιρό, στο αφυπνιστικό άρθρο σας με τίτλο “Επιτέλους φτωχοί”, μεταξύ άλλων κραυγάσατε: “πόσους πια τραγουδιστές χωρά η Ελλάς, κύριοι καναλάρχες της πλάκας, καιρός να ξεβρωμίσει ο τόπος απ’ τους εκφραστές του τραγουδιστικού «Κάμα Σούτρα!» Τί, κατά τη γνώμη σας, μπορεί να κάνει ο νέος, ώστε να αλλάξει τα πράγματα ή τουλάχιστο ν’ αντισταθεί; Γ.Ξ. Οι σημερινοί νέοι αντιστέκονται με την ίδια συγκινητική αδεξιότητα, όπως γινόταν πάντα με τους νέους. Η αντίστασή τους έχει να κάνει, δυστυχώς, με την ενοχή των αισθημάτων τους. Έχουμε εξασκηθεί στην καλλιέργεια των ενοχών. Μεταθέτουμε τις αδυναμίες μας με πιο κομψή υποκρισία. Οι άνθρωποι δεν αλλάζουν. Τους προδίδει το βλέμμα. Ίσως γι’ αυτό βρισκόμαστε διαρκώς σε κατάσταση επαγρύπνησης.. Ο θυμός είναι σταθερά ποινικοποιημένος. Μου έκανε εντύπωση που στην απελπισμένη «εξέγερση» του Δεκέμβρη του 2008 έκαιγαν τράπεζες και δεν άγγιζαν τις εκκλησίες, μάλλον από μεταφυσικό δέος. Η αντίστασή τους, φοβάμαι ότι, καταγράφεται μόνο με μια ποιητική διάθεση απελπισίας… Κι από κει και πέρα το χάος. Υπάρχει κάτι χειρότερο από τη φθορά. Η μετριότητα. Μα, αν για τους καλλιτέχνες η διαφορετικότητα είναι το δυνατό σημείο εκκίνησης και έμπνευσης, για τους ανθρώπους της διπλανής πόρτας είναι τελικά η διαφορετικότητα κοινωνική δύναμη ή αδυναμία; Γ.Ξ. Εξαρτάται πώς διαπραγματεύεσαι το θέμα με τον εαυτό σου. Κάποτε η διαφορετικότητα αποτελούσε καταστροφή. Το ξέρουμε όσοι ζήσαμε ιστορικές στιγμές ομοιομορφίας και απολυταρχίας. Ζήσαμε αρκετά μοντέλα ευτυχίας, οικογενειακού κάλλους και εθνικής ανάτασης. Σήμερα καθένας μπορεί να υπερασπίζεται τον τρόπο της ζωής του, αρκεί να έχει τη δύναμη να υποστηρίζει τα επιχειρήματά του σε καθημερινή βάση. Θέλει κουράγιο. Όλα θέλουν κουράγιο. Και η δυστυχία και η ευτυχία. Κι ακόμη πιο πολύ η πολυδιαφημιζόμενη «κανονικότητα». Είστε και συγγραφέας και ποιητής και δημοσιογράφος. Ποια απ’ όλες τις ιδιότητές σας επιδρά σε σας λυτρωτικά; Γ.Ξ. Λυτρωτική είναι μόνο η καλή συνδιαλλαγή με αυτό που θεωρώ αδυναμία. Όταν νιώθω αδύναμος δεν με λυτρώνει καμιά «διανοητική» διαφυγή. Σ’ αυτά είμαι απόλυτα πρακτικός. Σε μια τέτοια κρίση «αδυναμίας» άρχισα να οδηγώ και ήμουν ήδη 58 χρονών… κι ένιωθα σαν το Νώε στην Κιβωτό, παρέα μόνο με τις φοβίες και την αξιοπρέπειά του, όσο γελοίο κι αν ακούγεται. Έχοντας αφήσει πίσω όλα τα είδη ζωής …στην τύχη τους. Ποιο απ’ όλα τα γνωρίσματα του χαρακτήρα σας δεν σας εγκαταλείπει ποτέ; Γ.Ξ. Δεν με εγκαταλείπουν το πείσμα και ο θυμός. Φτάνω κυριολεκτικά στον πάτο και ύστερα, κάτι γίνεται και κάνω τον θυμό θετική ενέργεια. Σήμερα καθένας μπορεί να υπερασπίζεται τον τρόπο της ζωής του, αρκεί να έχει τη δύναμη να υποστηρίζει τα επιχειρήματά του σε καθημερινή βάση. Θέλει κουράγιο. Όλα θέλουν κουράγιο. Και η δυστυχία και η ευτυχία. Κι ακόμη πιο πολύ η πολυδιαφημιζόμενη «κανονικότητα». Ποια είναι η συμβουλή που θα δίνατε σ’ έναν επίδοξο συγγραφέα με φυσικό ταλέντο, που ζει στην επαρχία και θέλει σήμερα να επιτύχει; Γ.Ξ. Όλοι οι συγγραφείς ζουν ή έζησαν σε μιαν «επαρχία». Μια υπερβατική επαρχία. Συμβουλές δεν υπάρχουν πέρα απ’ την επιμονή και την υπομονή, αν πιστεύουν πως μπορούν να αντέξουν τον «συγγραφικό εαυτό τους». Η επιτυχία, εννοείται, πως έχει πολλές όψεις και φορολογείται θανάσιμα. Το γράψιμο, πιστεύω ότι, δεν πρέπει να έχει αυτοσκοπό την λίστα των ευπώλητων και το χάιδεμα των ειδικών. Αν είναι ειλικρινής ανάγκη για τον συγγραφέα θα βρει αποδέκτες. Το θέμα δεν είναι να βρεθεί εκδότης. Βρωμά ο τόπος από εκδότες. Το θέμα είναι η επικοινωνία με τον ουσιαστικό αποδέκτη σου. Τον αναγνώστη. Υπάρχει κάτι στην Αλεξανδρούπολη που θεωρείτε αναντικατάστατο στην καρδιά σας; Ποιο είναι το πρώτο πράγμα που κάνετε κάθε φορά που επιστρέφετε στην πόλη αυτή; Γ.Ξ. Η απορία μου, πού χάθηκαν όλα αυτά τα ίχνη των αισθημάτων που κάποτε με βάραιναν τρομακτικά. Επισκέπτομαι το παλιό νεκροταφείο που είναι θαμμένοι οι δικοί μου… αλλά, τι περίεργο, νιώθω πως σαν συνέχειά τους, πρέπει σε λίγο να πάω να πιω κρασί εις μνήμην και να φάω για λογαριασμό του τριπλάσια ποσότητα μυδιών, γαρίδων και ψαριών. Μόνο στη χώνεψη νιώθω τη μοναξιά και προσγειώνομαι. |

